Δον Κιχώτης: αέναος, ψηφιακός, φουτουριστικός

22/04/2016

Ο Ισπανός συγγραφέας Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα (Miguel de Cervantes Saavedra) γεννήθηκε στο Αλκάλα ντε Χενάρες στις 29 Σεπτεμβρίου 1547 και πέθανε στη Μαδρίτη στις 22 Απριλίου 1616. Θεωρείται ως ο μεγαλύτερος συγγραφέας στην ισπανική γλώσσα και ο κατ' εξοχήν μυθιστοριογράφος παγκοσμίως. Το διασημότερο μυθιστόρημά του «Δον Κιχώτης», συγκαταλέγεται στα κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
 
Στις 22 Απριλίου, συμπληρώθηκαν 400 χρόνια από τον θάνατο του εμβληματικού συγγραφέα. Με αφορμή την επέτειο αυτή, το έργο του «Δον Κιχώτης» απέκτησε μια νέα ζωή στο ψηφιακό περιβάλλον και στον κόσμο των κοινωνικών δικτύων. Το εγχείρημα ονομάστηκε «Ο Δον Κιχώτης σε 17.000 tweet».

 

 
Η ιδέα ανήκει στον Ισπανό μηχανικό πληροφορικής Ντιέγο Μπουενδία, ο οποίος τον Σεπτέμβριο του 2014 δημιούργησε έναν λογαριασμό στο Twitter και από τότε δημοσιεύει καθημερινά 28 αριθμημένα αποσπάσματα του έργου σε προκαθορισμένες ώρες με αποκορύφωμα την τελευταία δημοσίευση στις 22 Απριλίου 2016.
 
Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του δημιουργού αυτού του εγχειρήματος «έφτιαξα έναν αλγόριθμο, ώστε να κάνω την κατάτμηση σε tweet (μηνύματα που δεν μπορούν να ξεπερνούν τους 140 χαρακτήρες) των περίπου 2,2 εκατομμυρίων χαρακτήρων του εμβληματικού έργου της ισπανικής λογοτεχνίας που δημοσιεύθηκε το 1605 και έπεσα στο ολοστρόγγυλο 17.000».
 
Μάλιστα, ο Ντιέγο Μπουενδία θα στείλει το τελευταίο tweet το μεσημέρι της 22ας Απριλίου, "με το χέρι" –όχι αυτόματα– από το Αλκάθαρ ντε Σαν Χουάν, ένα χωριό της περιοχής Καστίγια-λα-Μάντσα που διεκδικεί τον τίτλο της γενέτειρας του συγγραφέα. Η δημοσίευση αυτή θα σημάνει το τέλος μιας σειράς 17.000 tweet που παρουσίασαν τον «Δον Κιχώτη» στο σύνολό του.
 
Ο λογαριασμός αυτός (twitter.com/elquijote1605) έχει 12.550 ακόλουθους και στην εικόνα του εξωφύλλου του παρουσιάζει κάτασπρους ανεμόμυλους, ένα αφιέρωμα στο πιο γνωστό επεισόδιο του βιβλίου.

 

 
Φαίνεται ότι τα κλασικά έργα δημοσιευμένα με εναλλακτικούς τρόπους στο ψηφιακό περιβάλλον αποκτούν μια ακόμα ζωή καθώς οι νέοι έχουν την ευκαιρία να ανακαλύψουν θησαυρούς του γραπτού πολιτισμού στον οικείο γι’ αυτούς ψηφιακό κόσμο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
 
Είναι γεγονός πως η αναγνωστική διαδικασία και ο γραπτός πολιτισμός εξελίσσονται. Μένει να διαπιστωθεί αν οι νέοι τρόποι δημοσίευσης και ανάγνωσης δημιουργήσουν μια νέα γενιά αφοσιωμένων αναγνωστών. Το μέλλον θα δείξει.
 

Στις εκδόσεις Oasis τιμώντας με τον δικό μας τρόπο την επέτειο των 400 ετών από τον θάνατο του Μιγκέλ ντε Θερβάντες, δημοσιεύουμε το κεφάλαιο «Οι Ανεμόμυλοι του Δον Κιχώτη» από το δυστοπικό μυθιστόρημα «Λογοτεχνική Αστυνομία: η Πόλη των Βιβλίων» του συγγραφέα μας Ignatius Letterman.

Ο «Δον Κιχώτης» ζει ακόμα και στον δυστοπικό κόσμο της Πόλης των Βιβλίων, εκεί που τα βιβλία πλέον έμπαιναν στον κόσμο των ανθρώπων σε μια Πόλη πέρα από κάθε λογική και προσδοκία.

 

 
Οι ανεμόμυλοι του Δον Κιχώτη

Μαλλιά δεν έχω. Έχω πεταχτή, σουβλερή μύτη και πεταχτά, σουβλερά αυτιά.
 
Πρώτη φορά τα μαλλιά μου κάηκαν στην καταστροφική φωτιά που ξέσπασε ενώ βρισκόμουν στους σιτοβολώνες του μυθιστορήματος του Δον Κιχώτη. Δεν ξέρω πώς βρέθηκα εκεί. Τη μια στιγμή διάβαζα συνεπαρμένος. Την άλλη βρισκόμουν, μόνος, σε απέραντες εκτάσεις από στάχυα και όλα γύρω μου να έχουν πάρει φωτιά. 
 
Μέχρι τότε νομίζαμε ότι οι ψευδαισθητικές μεταβολές ήταν φαντασία. Επανερχόμενοι στον πραγματικό κόσμο ευελπιστούσαμε ότι όλα θα ήταν ξανά εντάξει, παρά τον πόνο, τον τρόμο, τη χαρά ή την οδύνη που βιώναμε μες στις ψευδαισθητικές μεταβολές, να συνεχίσουμε την εύθραυστη ζωή μας όπως ήταν πριν. Δεν ήταν. Η φαντασία αποδείχτηκε πολλαπλός ραγισμένος καθρέφτης, τρομακτική διάθλαση έρημου ξενοδοχείου. Ο πραγματικός κόσμος; Πόρτα στο παράλογο, δωμάτιο στις οδύνες και στις περιπέτειες ενός άγνωστου σύμπαντος. Έμπαινες μέσα χωρίς να το σκεφτείς και χωρίς να ξέρεις ποιο δρόμο να διαλέξεις.
 
Φαντασία ή αντανάκλαση ενός άλλου κόσμου, οι πολλαπλές πραγματικότητες του Δον Κιχώτη αποδείχτηκαν ο εφιάλτης μου. Έβλεπα τον εαυτό μου σε συγκοπτόμενη δράση σαν ένα πρωτόγονο καρτούν και δεν μπορούσα να το πιστέψω.
 
Εαυτός νούμερο ένα: ξεπετάχτηκε απότομα μπροστά μου μέσα από τα στάχια. Εαυτός νούμερο δύο: χαμογέλασε κοροϊδευτικά. Εαυτός νούμερο τρία: μια φωτιά άναψε μέσα στα στάχια και έτρεχα πανικόβλητος στο τίποτα. Η θερμοκρασία του φανταστικού τοπίου ανέβηκε κατακόρυφα. Ένα τεράστιο μηχανικό πουλί άρχισε να με κυνηγάει από ψηλά σαν να ήταν η ίδια η Νέμεσις. Οι φτερούγες του ήταν σιδερένιες, το σώμα του από πυρωμένο ατσάλι. Μπορούσα να το καταλάβω από τις ολέθριες αντανακλάσεις που έριχναν το φλογισμένο δόρυ τους στη γη τυφλώνοντας εμένα τον ίδιο. Ίσως αυτό το καταραμένο πουλί είχε βάλει τη φωτιά στα στάχια. Έμοιαζε να είναι η μόνη λογική εξήγηση σε έναν παράλογο και, θεωρητικά, ανύπαρκτο κόσμο. Έμοιαζε να μην υπάρχει καμία ελπίδα. Μόνο φωτιά και όλεθρος. Τα στάχια ήταν τόσο ψηλά που δεν μπορούσα να δω τίποτα. Έτρεχα στα τυφλά, χωρίς πυξίδα, όπου με κατηύθυναν οι φλόγες, ένα ελεεινό παιχνιδάκι στα χέρια τους. Κάποια στιγμή, ήταν μοιραίο, θα με καταβρόχθιζαν και μένα σαν ξεραμένο στάχυ. 
 
Τότε όμως εμφανίστηκε ο Δον Κιχώτης. Ω, ακόμη και τώρα που τα γράφω όλα αυτά δεν μπορώ να πω ότι δεν τον θυμάμαι με κάποια νοσταλγία, απεριόριστο θαυμασμό. Ψηλός, αρχοντικός και ρωμαλέος, καβάλα σε ένα υπέροχο άτι, έμοιαζε πολύ πιο ζωντανός και ηρωικός από ό,τι ο πιο απαιτητικός αναγνώστης θα μπορούσε να ονειρευτεί και, χμ, πλέον, να ζήσει.
   Έβλεπα την πλάτη του λίγα μέτρα πιο μπροστά χωρίς όμως να μπορώ να τον πλησιάσω, αλλά και χωρίς να μεγαλώνει η απόσταση μεταξύ μας.
   Ο Δον Κιχώτης στην αρχή δεν μίλαγε, αλλά μετά τον άκουσα να λέει με φωνή που ξεπερνούσε το παράδοξο:
   «Δεν είναι κακό να κυνηγάς ανεμόμυλους, δεν είναι κακό να κυνηγάς ανεμόμυλους».
 
Έκπληκτος είδα έναν μεγάλο ανεμόμυλο σχετικά κοντά μας να έχει ξεφυτρώσει από το πουθενά, ο σπόρος της ελπίδας. Από τότε ο Δον Κιχώτης, ικανοποιημένος ίσως που είχε επιβεβαιωθεί, έπαψε να μιλάει. Μόνος στόχος μας ήταν να φτάσουμε τον καταραμένο ανεμόμυλο, που όμως πλησίαζε τόσο αργά. Έμοιαζε μια όαση, η μόνη ελπίδα σωτηρίας μέσα στην κόλαση που είχα εγκλωβιστεί.
 
Τρέχαμε, σχεδόν μάταια, σαν το τοπίο να ήταν κυλιόμενο, ίσως και λίγο κεκλιμένο, και πήγαινε αντίθετα με μας. Ο ανεμόμυλος ωστόσο αργά και βασανιστικά πλησίαζε. Την ίδια ώρα το αλλόκοτο πουλί δεν καθόταν με σταυρωμένα χέρια ή μάλλον φτερά. Εφορμούσε τακτικά και επίμονα με στόχο αποκλειστικά εμένα, με στόχο αποκλειστικά την πλάτη μου. Το μυτερό του ράμφος τρυπούσε τα σωθικά μου, παραδόξως όμως δεν πέθαινα, αν και πολύ θα το ήθελα· μια από τις άτυπες συμβάσεις ενός φαρμακερού εφιάλτη. Ο πόνος ωστόσο, ο πόνος, ήταν τόσο αληθινός και αφόρητος που ένιωθα κάποιος να έχει στήσει θερινό μπάρμπεκιου στην πλάτη μου και απολάμβανε το μακάβριο γεύμα του.

 

 
Δεν ξέρω πόσο κράτησε το μαρτύριο. Από τον πόνο και τον τρόμο που δοκίμαζα κάποια στιγμή πρέπει να έχασα κάθε αίσθηση του χρόνου. Ο ανεμόμυλος, η φωτιά, τα στάχια, ο ήλιος, όλα είχαν γίνει ένα. 

   «Δεν είναι πλάνη, δεν είναι όλα πλάνη» ακούστηκε μετά από ατελείωτη ώρα η φωνή του Δον Κιχώτη. Και ήταν, αναμφίβολα, η φωνή ενός τρελού.
 
Είχαμε πλέον φτάσει στον ανεμόμυλο. Ο Δον Κιχώτης με χαρακτηριστική ευκολία τον προσπέρασε, δειλός και ονειροπόλος όπως πάντα, και έμεινα εγώ να παλεύω, μόνος και πάλι μόνος, με τον φτερωτό δαίμονα και τις κολασμένες φλόγες.
 
Μπήκα στον ναό της σωτηρίας μου πάνω που το εξωπραγματικό πουλί ξέσκιζε για μία ακόμη φορά την πλάτη μου. Έκλεισα την ξύλινη πόρτα με το βάρος του σώματός μου, νομίζοντας ασφαλής, και τότε ήταν που ολόκληρος ο ανεμόμυλος, ξαφνικά και στα καλά καθούμενα, πήρε φωτιά! Παγιδευμένος μες στον ανεμόμυλο ενός επικίνδυνου κόσμου καιγόμουν, καιγόμουν, χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτε. Ό,τι θα μπορούσα να κάνω ήταν το κυνήγι ενός ανεμόμυλου – που αποδείχτηκε όμως η υπέρτατη παγίδα για μένα.

   «Θέλω να γυρίσω, θέλω να γυρίσω πίσω!» σκεφτόμουν απεγνωσμένα προσπαθώντας να αποδράσω από εκείνη την κόλαση.
   «Δεν είναι τόσο απλό, Λέττερμαν» ακούστηκε –μες στο μυαλό μου αυτή τη φορά– η φωνή του Δον Κιχώτη και μετά γέλασε, μακρόσυρτα και ανατριχιαστικά. Ακόμη και τώρα που ανακαλώ μια τέτοια ανάμνηση, ένα τέτοιο γέλιο, νιώθω τη λογική μου να φτερουγίζει, τη σύνεση να επαναστατεί.
 
Φλεγόμενος και μην έχοντας άλλη επιλογή, άνοιξα την πόρτα της πύρινης παγίδας μου. Το πουλί, το καταραμένο το πουλί, ήταν έξω και με περίμενε. Κοιταχτήκαμε για κάμποση ώρα. Τα μάτια του δεν ήταν μάτια αλλά υποδοχές για κόκκινες ακτίνες λέιζερ. Με κοίταζε με μοχθηρία, απίστευτη κακία. Δεν φοβήθηκα όμως· για πρώτη φορά απ’ όταν ξεκίνησε όλο αυτό το πανηγύρι του τρόμου και της φαντασίας, δεν φοβήθηκα. Παραδόξως, η αναμέτρηση με τον κίνδυνο και τον θάνατο μου είχε δώσει μια πρωτόγνωρη διαύγεια. Σκέψεις πέρναγαν μέσα μου με ιλιγγιώδη ταχύτητα, σαν το μυαλό μου να ήταν ρουλέτα σε καζίνο στο τέλος του σύμπαντος. Σκέψεις στρογγυλές σαν μπίλιες. Άλλες ήταν κόκκινες και άλλες άσπρες, όλες όμως είχαν πάνω αριθμούς και από ένα μήνυμα. Διάλεξα μία και μόνο μία, αριθμός τριάντα ένα. Μήνυμα: αυτό που αποφεύγεις, η μόνη σωτηρία. Την ίδια ώρα ο φτερωτός εφιάλτης έκρωζε θριαμβευτικά προς το μέρος μου καμαρώνοντας για την απόλυτη –και εύκολη– νίκη του.

   «Έλα» φώναξα ολότελα τρελαμένος. «ΕΛΑ!!!» και του έκανα νόημα με το χέρι μου.
 
Το πλάσμα σηκώθηκε, αρκετά ξαφνιασμένο, ίσως και προσβεβλημένο, αποδεχόμενο την πρόσκληση. Έκανε δυο κύκλους ψηλά στον αέρα και μετά εφόρμησε εναντίον μου σαν στούκας. Το περίμενα, θαρραλέα αυτή τη φορά, πηδώντας μάλιστα όσο πιο ψηλά μπορούσα λίγο πριν φτάσει, και συγκρουστήκαμε στον αέρα σαν δύο ατομικές βόμβες.
 
Μια τεράστια εσωτερική έκρηξη συντελέστηκε μέσα μου και κατάφερα και είδα μέσα από τα φλογισμένα μάτια του πριν εξαϋλωθούμε, οριστικά εξαφανιστούμε, και οι δύο. Βία και όλεθρος και μία Πόλη των Βιβλίων κατεστραμμένη, ολοσχερώς καμένη σαν ένα παλιό, εύφλεκτο βιβλίο. Μία εικόνα, ένα όραμα, που σαφώς θα μου χρησίμευε στο μέλλον.
 
Άνοιξα τα μάτια στο καθιστικό μου και στον δικό μας κόσμο. Όλα γύρω μου μύριζαν καμένο, μια ανοιξιάτικη μέρα που ο ήλιος βούλιαζε μεγαλοπρεπώς στην Πόλη των Βιβλίων και η απεριόριστη θέα από το σύγχρονο διαμέρισμά μου από γυαλί έδινε μόνο ελπίδες. Ένα βιβλίο πεσμένο στο πάτωμα η μόνη παραφωνία. Ο Δον Κιχώτης. Φυσικά. Τώρα που τον είχα γνωρίσει από κοντά θα μπορούσε να αποτελεί έναν καλό μου φίλο, αλλά με είχε τόσο απότομα εγκαταλείψει. Το βιβλίο έμοιαζε κάποιος να το έχει βιαστικά πετάξει. Ορισμένες σελίδες στην άκρη τους είχαν καεί. Όλο το δωμάτιο μύριζε καμένο. Έπιασα τα μαλλιά μου, πιο πολύ από αμηχανία και ένστικτο μαζί, και τότε ζεματίστηκα, σαν ένα παιδί που κατά λάθος ακουμπάει στο μάτι της κουζίνας. Κοιτάχτηκα στον μεγάλο καθρέφτη, παραξενεμένος. Καπνοί από σβησμένη φωτιά έβγαιναν από εκεί που άλλοτε υπήρχε η πλούσια κόμη μου. Το καλό ήταν –αν ήταν αυτό καλό– ότι είχαν πειραχτεί μόνο το πάνω μέρος του κρανίου μου και τα μαλλιά μου. Δεν είχε πειραχτεί το πρόσωπο. Θα μπορούσα τότε να μοιάζω με καρικατούρα από τον «Επισκέπτη της Κολάσεως», μια αιματοβαμμένη νουβέλα που είχε στείλει αρκετούς με την ανάγνωσή της για μια επίσκεψη στην κόλαση.
 
Αν ήταν ποτέ δυνατόν! Η φανταστική φωτιά ανήκε στον επικίνδυνο κόσμο ενός υπέροχου βιβλίου, τα μαλλιά μου όμως εμένα, τα μαλλιά μου, για κάποιο λόγο, είχαν πραγματικά καεί.

 

Social Media

 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

 

Newsletters

Zircon - This is a contributing Drupal Theme
Design by WeebPal.